μονοσυλλάβους

μονοσυλλάβους
μονοσύλλαβος
of one syllable
masc/fem acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • αυτός — ή, ό (AM αὐτός, ή, ό) (μσν.νεοελλ. και αὖτός, αὐτόνος, αὐτοῡνος, αὐτεῑνος, ἀτός) (αντων.) Ι. Αντιδιασταλτική, Οριστική (μερικές φορές με το άρθρο ή με το έναρθρο ο ίδιος πρβλ. «αυτός φταίει», «θα βρω αυτή την ίδια», «ὅλοι ἐπαρεδόθησαν κι ὁ… …   Dictionary of Greek

  • Ηρόδικος — Όνομα ιστορικών προσώπων της αρχαιότητας. 1. Η. ο Σηλυβριανός (5ος αι. π.Χ.). Γιατρός, παιδοτρίβης και διαιτολόγος. Καταγόταν από τη Σηλυβρία της Θράκης, παλιά μεγαρική αποικία. Σύγχρονος του Ιπποκράτη, άσκησε το ιατρικό του επάγγελμα στα Μέγαρα …   Dictionary of Greek

  • κατακάνα — Είδος ιαπωνικής γραφής, προερχόμενης από τους παλιούς ιδεογραφικούς μονοσύλλαβους φωνητικούς χαρακτήρες της κινεζικής γραφής. Πρόκειται για ευανάγνωστη παραλλαγή της επίσημης χιραγάνα, μαζί με την οποία αναπτύχθηκε κατά τον 7o και τον 8o αι. μ.Χ …   Dictionary of Greek

  • αφεντιά — η η ιδιότητα του αφέντη· συνήθως με τους μονοσύλλαβους τύπους (μου, σου, του κτλ.) της προσωπικής αντωνυμίας αποτελεί περίφραση αντί του εγώ, εσύ κτλ.: «Η αφεντιά του», αντί αυτός· «η αφεντιά σας», αντί εσείς κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”